σκώπτω

σκώπτω
ΝΜΑ
εμπαίζω, περιπαίζω, χλευάζω, κοροϊδεύω («τὰς Λακωνικὰς μάχαιρας εἰς τὴν μικρότητα σκώπτειν», Πλούτ.)
αρχ.
1. (με καλή σημ.) αστεΐζομαι με κάποιον, πειράζω
2. λέω αστεία, είμαι αστείος
3. λέω λόγια μικρής σημασίας, δεν λέω σπουδαία λόγια.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Έχει προταθεί η αναγωγή τού ρ. στη λ. σκώψ, λόγω τού διαπεραστικού και επομένως σκωπτικού, χλευαστικού βλέμματος τής γλαύκας (βλ. λ. σκώψ). Η σύνδεση με τα ρ. σκέπτομαι, σκάπτω, η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί πιθανή από μορφολογική άποψη, προσκρούει σε σημασιολογικές δυσχέρειες].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • σκώπτω — σκώπτης scoffer masc gen sg (attic epic ionic) σκώπτω mock pres subj act 1st sg σκώπτω mock pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκώπτετον — σκώπτω mock pres imperat act 2nd dual σκώπτω mock pres ind act 3rd dual σκώπτω mock pres ind act 2nd dual σκώπτω mock imperf ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκώπτετε — σκώπτω mock pres imperat act 2nd pl σκώπτω mock pres ind act 2nd pl σκώπτω mock imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκώψει — σκώπτω mock aor subj act 3rd sg (epic) σκώπτω mock fut ind mid 2nd sg σκώπτω mock fut ind act 3rd sg σκῶψις mockery fem nom/voc/acc dual (attic epic) σκώψεϊ , σκῶψις mockery fem dat sg (epic) σκῶψις mockery fem dat sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκώψω — σκώπτω mock aor subj act 1st sg σκώπτω mock fut ind act 1st sg σκώπτω mock aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκώψῃ — σκώπτω mock aor subj mid 2nd sg σκώπτω mock aor subj act 3rd sg σκώπτω mock fut ind mid 2nd sg σκώψηι , σκῶψις mockery fem dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκωπτομένων — σκώπτω mock pres part mp fem gen pl σκώπτω mock pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκωπτόμενον — σκώπτω mock pres part mp masc acc sg σκώπτω mock pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκωπτόντων — σκώπτω mock pres part act masc/neut gen pl σκώπτω mock pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκωφθέντα — σκώπτω mock aor part pass neut nom/voc/acc pl σκώπτω mock aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”